έγκλημα

το, -ατος
1. αυτό για το οποίο κατηγορείται κάποιος, κατηγορία: Έγκλημα κλοπής.
2. βαριά παράβαση γραπτού ή άγραφου νόμου (ιδίως ο φόνος): Τα εγκλήματα πολλαπλασιάστηκαν τελευταία.
3. (νομ.), άδικη πράξη ή παράλειψη, που καταλογίζεται σ' αυτόν που την έκανε και που τιμωρείται από το νόμο.
4. μεγάλη απερισκεψία, αφροσύνη: Είναι έγκλημα να μην ενδιαφέρεσαι για το μέλλον σου.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔγκλημα — accusation neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έγκλημα — Κάθε αδίκημα αντίθετο με τον νόμο, για το οποίο η πολιτεία προβλέπει την επιβολή ποινής. Η κοινή χρήση του όρου έ. είναι πολύ πιο περιορισμένη από τη νομική. Αναφέρεται, συνήθως, στις πολύ βαριές παραβάσεις των ηθικών αρχών ή των πολύ γνωστών… …   Dictionary of Greek

  • έγκλημα — [энглима] ου а. о. преступление …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ανθρωποκτονία — Έγκλημα κατά της ζωής, το οποίο κατά την ποινική νομοθεσία μπορεί να υπαχθεί σε έναν ορισμένο αριθμό ειδικότερων περιπτώσεων. Κοινό στοιχείο σε όλες αυτές τις περιπτώσεις είναι ότι με το έγκλημα προκαλείται ο θάνατος ενός προσώπου. Το αποτέλεσμα… …   Dictionary of Greek

  • περιύβριση αρχής — Έγκλημα που διαπράττει όποιος εξυβρίζει, συκοφαντεί και γενικά εκ φράζεται περιφρονητικά για μια αρχή: δημόσια, δημοτική ή κοινοτική. Η π. α. προβλέπεται και τιμωρείται από το νόμο. Ο νόμος, τιμωρώντας την, έχει ως σκοπό να προστατέψει την… …   Dictionary of Greek

  • τοὔγκλημα — ἔγκλημα , ἔγκλημα accusation neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔγκλημ' — ἔγκλημα , ἔγκλημα accusation neut nom/voc/acc sg ἔγκλημι , ἐγκλάω thwart pres ind act 1st sg ἔγκλημαι , ἐγκλάω thwart pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βιασμός — Έγκλημα που προσβάλλει τα ήθη και τιμωρείται από τον ποινικό κώδικα σε βαθμό κακουργήματος. Συνίσταται στον εξαναγκασμό γυναίκας να δεχτεί εξώγαμη συνουσία με τη χρήση σωματικής βίας ή απειλής σπουδαίου και άμεσου κινδύνου. Γίνεται μόνο από άνδρα …   Dictionary of Greek

  • ἐγκλημάτοιν — ἔγκλημα accusation neut gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκλημάτων — ἔγκλημα accusation neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.